Ἰάματα τοῦ Ἀπόλλωνος καὶ τοῦ Ἀσκλαπιοῦ

IG IV2 1, 121.79-89 (X) Date: 350-300 π.Χ.
 
Κώθων. Ἕνας μεταφορέας σκευῶν, καθὼς ἐβάδιζε πρὸς τὸ ἱερὸ καὶ ἔφθασε στὸ δεκαστάδιον[1] (80)ἔπεσε. Μόλις σηκώθηκε, ἄνοιξε τὸ γυλιὸ καὶ ἐξέταζε τὰ σπασμένα ἀγγεῖα. Μόλις εἶδε σπασμένο τὸν κώθωνα, ἀπ᾽ ὅπου ὁ κύριός του συνήθιζε νὰ πίνει, λυπήθηκε, κάθισε κάτω καὶ ἐπιχειροῦσε νὰ συνθέσει τὰ κομμάτια τοῦ ἀγγείου. Τὸν εἶδε ἕνας ὁδοιπόρος καὶ τοῦ εἶπε: ταλαίπωρε, τί προσπαθεῖς μάταια νὰ ἀνασυνθέσεις τὸν κώθωνα; Αὐτὸν οὔτε ὁ (85)Ἀσκληπιὸς τῆς Ἐπιδαύρου δὲν θὰ μπορέσει νὰ τὸν κάνη καὶ πάλι ἀκέραιο. Τὰ ἄκουσε ὁ δοῦλος, μάζεψε τὰ κομμάτια στὸ γυλιὸ καὶ βάδισε πρὸς τὸ ἱερό. Ὅταν ἔφθασε, ἀνοίγει τὸν γυλιὸ καὶ βγάζει ἀκέραιο τὸν κώθωνα, καὶ μαρτυρᾶ στὸν κύριό του ὅσα ἔγιναν καὶ ὅσα εἰπώθηκαν. Μόλις ἐκεῖνος τὰ ἄκουσε, ἀφιέρωσε τὸν κώθωνα στὸν θεό.